Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ!

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ!
 
Ποτέ μα ποτέ δεν έγινε τόση χαρά στον ουρανό, όσο τέτοια μέρα. Ποτέ όμως δεν έγινε και τέτοια θλίψη στη γη, όσο τέτοια μέρα. Στη γη γεμάτα θλίψη είναι τα μάτια των Αποστόλων. Γεμάτες πίκρα είναι οι καρδιές όλων εκείνων που αγάπησαν τον Ιησού και Τον ακολούθησαν. Γεμάτοι αγωνία είναι όλοι εκείνοι, που είχαν αυτήν την υπερευλογημένη γυναίκα, την Μαριάμ, σαν Μάνα δικιά τους, σαν δασκάλα δικιά τους, σαν οδηγό δικό τους προς τον ουρανό.
Στον ουρανό όμως αντίθετα, τέτοιο πανηγύρι δεν ξανάγινε ποτέ! Ποτέ μα ποτέ δεν γνώρισε ο ουρανός τέτοια λαμπρότητα και τέτοια προετοιμασία. Οι Προφήτες, όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, όλοι οι Άγγελοι των ουρανών, όλες οι ταξιαρχίες των Αγγελικών δυνάμεων και σ’ όλες τις ψυχές, μπορούσες να δεις τις καρδιές τους να πάλλονται από αγωνία και από χαρά γι’ αυτό που θα γινόταν σήμερα.

....Όμως εκείνη τη στιγμή, λες και η καρδιά της που χτυπούσε τόσο θεϊκά ερωτευμένη για τον ουράνιο της Πατέρα, άφησε τον Γιό της και έριξε τα μάτια της τριγύρω να δει το ουράνιο Βασίλειο. Τι έψαχνε να βρει; Μήπως τους Αγγέλους που με ολόλαμπρες φορεσιές, φωτοφορεμένοι στη σειρά την περίμεναν να την οδηγήσουν στον ουράνιο της Πατέρα; Μήπως τους Προφήτες μέσα στην απέραντη τους χαρά, γονατισμένοι που ήθελαν να την πλησιάσουν και το χέρι να της φιλήσουν; Μήπως ήταν όλοι εκείνοι οι δίκαιοι που πόθησαν να την αντικρίσουν;
Όχι. Η ματιά της δεν έψαχνε κανέναν από όλους αυτούς. Έψαχνε μονάχα έναν. Γιατί αυτή η Κόρη σε όλη της τη ζωή υπερβολικά αγάπησε και θεϊκά ερωτεύθηκε μονάχα έναν. Ποιος ήταν Αυτός; Ήταν ο ουράνιος της Πατέρας και Θεός της!

Όταν πέρασαν όλους τους τόπους της κόλασης λυπήθηκε πολύ. Και τότε παρακάλεσε τον Πατέρα της να την αφήσει στη γη για να αγωνίζεται για τα σπλάχνα Του εδώ και να τα βοηθάει να μην πάει κανένας στην κόλαση, κανένας μα κανένας!
Τότε παρακάλεσε τον Υιό της μια χάρη μοναδική να της δώσει: Όποτε γιορτάζει, όποτε οι άνθρωποι την τιμούν εδώ στη γη, να σταματά και η κόλαση στον Άδη. Όσο κρατάει η θεία Λειτουργία των εορτών της εδώ στη γη, να σταματούν τα βάσανα του Άδη. Όσο η θεία Λειτουργία θα σηκώνεται στο όνομα της και όλοι θα ψάλλουνε τους ύμνους στην Μάνα του Θεού εδώ στη γη, να μην υπάρχει Άδης, να μην υπάρχει κόλαση, να σταματούν όλα! Και ο Υιός της, της έκανε το χατίρι.

Εμείς όλοι, όσοι την αγαπάμε και την έχουμε σαν Μάνα δικιά μας και είναι πραγματικά Μάνα δικιά μας, θέλουμε να της κάνουμε το μεγάλο της χατίρι. Ποιο είναι το μεγάλο χατίρι που θα ήθελε πολύ να το δει σε όλους εμάς να το κάνουμε;
Θα ήθελε, όπως εσείς αγαπάτε τα παιδιά σας πάρα πολύ και γι’ αυτά θυσιάζεστε και γι’ αυτά κάνετε τα πάντα, να μην ξεχνάτε το δικό της Γιό!

Ικετεύει τον καθένα από εμάς, όλους, να λατρέψουμε τον Γιό της, όχι μονάχα σαν Θεό, αλλά και σαν άνθρωπο, σαν μωρό. Όχι μόνο σαν Υιό του Θεού, αλλά και σαν Γιό του ανθρώπου. Σαν Υιός του Θεού είναι ένα με τον Πατέρα, αλλά σαν Υιός του ανθρώπου έγινε σπλάχνο, έγινε βρέφος, έγινε μικρό παιδάκι, που χώθηκε σε μια αγκαλιά. «Μαμά» την φώναζε την Παρθένο Μαρία. Ξέρετε πως το φώναζε το μωρό της Εκείνη; «Μωρό μου! Βρέφος μου! Αγάπη μου! Λατρεία μου! Χαρά μου! Ουρανέ μου!» Και μέσα στην καρδιά της εκείνο γλυκοσπαρταρούσε στον μητρικό της έρωτα.
Θέλω να πω με όλα αυτά, ότι αυτό είναι το πιο μεγάλο δώρο, που σήμερα θα μπορούσαμε να της δώσουμε. Όλοι να αγαπήσουμε τον Γιό της, όπως Τον αγάπησε κι Εκείνη. 
Όλοι να μην κάνουμε λάθη και αμαρτίες και να πικραίνουμε τον Γιό της. Και όσοι έχουμε κάνει λάθη και όσοι έχουμε κάνει αμαρτίες, οποιοδήποτε λάθος κι αν είναι αυτό, θα ήθελε μονάχα μια χάρη να της κάνουμε, να γονατίσουμε μπροστά στον Γιό της και να Του πούμε:
«Υιέ του Θεού, Σωτήρα, Εσύ που σταυρώθηκες για εμάς και ήλθες να πάρεις τις αμαρτίες μας, Σε ικετεύουμε πάρε τα αμαρτήματα μας και κάψε τα και από σήμερα να είμαστε δικά Σου παιδιά. Εσύ να είσαι ο Πατέρας μας κι εμείς να είμαστε τα δικά Σου βρέφη, τα δικά Σου παιδιά». Ξέρετε πόσο της αρέσει αυτό; Ξέρετε πόσο την ενθουσιάζει; Ξέρετε πόσο την χαροποιεί;
(Αποσπάσματα από ηχητικό κήρυγμα του π. Ελπιδίου Βαγιανάκη 2013)

ΕΚΤΥΠΩΣΗ