Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

20. Η νύχτα των Χριστουγέννων

20. Η νύχτα των Χριστουγέννων


Είχε αρχίσει σιγά-σιγά να σκοτεινιάζει και ο ήλιος να χάνεται πίσω από τα βουνά της Βηθλεέμ. Το κρύο και η παγωνιά έκανε τους κατοίκους του μικρού αυτού χωριού, μαζί με όλους εκείνους που ήρθαν από τα μακρινά μέρη για να απογραφούν στον τόπο της γενέτειρας τους, να κλειστούν από νωρίς στα σπίτια τους. Σε λίγο οι δρόμοι ήταν έρημοι και κανείς δεν περπατούσε έξω.
Μα όχι ακριβώς όλοι, γιατί λίγο έξω από το χωριό ένας σεβάσμιος άνδρας, κρατώντας από το χαλινάρι ένα γαϊδουράκι με μια μικρή κοπέλα πάνω του, η οποία φαινόταν πως ήταν έγκυος, αγωνιούσε να φτάσει έγκαιρα σε κάποιο σπίτι. 
Κάθε λίγο και λιγάκι, προσπαθούσε να της δίνει κουράγιο, γιατί έβλεπε πως είχε φτάσει η ώρα του τοκετού και η κούραση του μικρού κοριτσιού από το πολυήμερο ταξίδι ήδη ήταν αρκετά μεγάλη.
 Της είχε δώσει από ώρα την κάπα του και ότι άλλο είχαν μαζί, για να σκεπαστεί και να μην κρυώσει, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να βρει μέσα στο μισοσκόταδο το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό του.
Ήταν πολύ σκοτεινά και το μόνο φως που υπήρχε ήταν ένα μεγάλο αστέρι, που σαν πυξίδα φώτιζε και τους έδειχνε το δρόμο.
-Ναι, στ’ αλήθεια φτάσαμε! Κάνε λίγο κουράγιο αγαπημένη μου Μαριάμ και σε λίγο θα είσαι ξαπλωμένη σε ένα ζεστό κρεβάτι.
Μα που να φανταστεί ο γέροντας Ιωσήφ, ότι όλα τα καταλύματα στο χωριό θα ήταν γεμάτα κόσμο και δεν θα υπήρχε πουθενά ούτε ένα δωμάτιο για να κατασκηνώσουν και να ξεκουραστούν!
Μάταια αναζήτησε έστω και ένα πρόχειρο κατάλυμα. Γύρισε όλο το χωριό και ικέτευσε όλους, κάποιος να τον βοηθήσει και να σπλαχνιστεί το μικρό κορίτσι που ήταν έτοιμο να γεννήσει. Μα κανείς δεν του έδωσε σημασία. Η παγωνιά από την έλλειψη της αγάπης είχε απλώσει βαθιά τις ρίζες της μέσα στις καρδιές των ανθρώπων.
Σε λίγο, όταν ο πόνος και η στεναχώρια έγινε δάκρυ αγωνίας και αυλάκωσε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο, μια ηλικιωμένη τσοπάνισσα τους  υπέδειξε μια σπηλιά λίγο πιο έξω από το χωριό που χρησίμευε σαν στάβλος. Τους πρότεινε, αν ήθελαν, να πάνε εκεί για να ξημερωθούν. Άλλη επιλογή δεν υπήρχε και ο γέροντας Ιωσήφ με την παρθένο Μαριάμ ξεκίνησαν για το στάβλο-σπηλιά, για να περάσουν την παγωμένη εκείνη νύχτα. Μέσα εκεί ήδη υπήρχαν μερικά ζώα, όπως προβατάκια και μια αγελάδα, για να προστεθεί σε λίγο και το γαϊδουράκι που μετέφερε στην πλάτη του την πιο ευλογημένη γυναίκα ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες του κόσμου.
Που να φανταστεί ο Ιωσήφ, πως το μέρος που ήθελε ο Θεός Πατέρας να γεννηθεί το θείο Βρέφος ήταν μία φάτνη! Ένα σπήλαιο που κατασκήνωναν πολλές φορές εκεί οι βοσκοί με τα ζώα τους, για να προστατευτούν από το κρύο και το σκοτάδι!
Ακόμα και οι άγγελοι στον ουρανό θαύμασαν την απόφαση του Θεού για το μονογενή Υιό Του.
-Εκεί, Θεέ μου; Σ’ αυτήν την φάτνη; Του είπαν.
-Ναι, τους απάντησε. Ο Βασιλιάς του ουρανού και της γης θα γεννηθεί σαν τα ταπεινά πρόβατα σ’ αυτήν την φάτνη, αφού Εκείνος σαν αμνός δικός μου θα θυσιαστεί για τα σπλάχνα Μου!
Μόλις έφτασαν εκεί τα ευλογημένα παιδιά του Θεού, ο γέροντας Ιωσήφ και η μικρή παιδούλα Μαριάμ, δόξασαν τον Θεό, που βρέθηκε έστω και αυτό το μέρος για να έρθει στη ζωή το Βρέφος τους. Δεν τους ένοιαζε τίποτα, αφού οι ίδιοι ζούσαν πάντα πολύ φτωχικά. Το μόνο που ήθελαν ήταν να βρεθεί ένα ζεστό μέρος για τον μικρό άγγελο που περίμεναν.
Είχε έρθει η ώρα που το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων ξεκινούσε. Ο Υιός του Θεού και συνδημιουργός με τον Θεό Πατέρα Του, όλης της ορατής και αόρατης δημιουργίας, θα έπαιρνε ανθρώπινη μορφή και σαν Βρέφος θα ερχόταν στον κόσμο.
Οι άγγελοι έβλεπαν το μοναδικό και υπέρτατο αυτό θαύμα και δόξαζαν τον Θεό για την μεγάλη Του ευσπλαχνία. Με δέος έβλεπαν εδώ και εννέα μήνες τον Υιό του Θεού να μεγαλώνει σαν έμβρυο και να αναπτύσσεται στη μήτρα μιας γλυκιάς και ταπεινής κόρης. Και ήταν μια κόρη τόσο όμορφη, τόσο αγγελική, τόσο αγνή, τόσο αθώα! Η ταπείνωση και η αφοσίωση της στο Θεό πάντα έκανε όλους τους αγγέλους να θαυμάζουν. Γι’ αυτό και μπόρεσαν να καταλάβουν για ποιο λόγο είχε διαλέξει ο Θεός αυτή την κόρη για να φέρει στη ζωή τον Μονογενή Του.
Μαριάμ! Μαριάμ! Και μόνο στο άκουσμα του ονόματος της, όλοι οι άγγελοι στέκονται με προσοχή και υποκλίνονται μπροστά της, αφού είναι η βασίλισσα τους.
Από την ημέρα εξάλλου της ασπόρου σύλληψης του Ιησού, με εντολή του Θεού Πατέρα, άγγελοι στέκονταν πάντα δίπλα της για να προστατεύουν και εκείνη, αλλά και τον καρπό της κοιλίας της. Και μείνανε κοντά της μέχρι την κοίμηση της, άγρυπνοι φύλακες στη Μητέρα του Θεού.
Μόλις ξάπλωσε η Μαριάμ στο πρόχειρο κρεβατάκι που έφτιαξε ο Ιωσήφ από άχυρα και όσα ενδύματα είχαν μαζί τους, ένιωσε πως ο τοκετός είχε ήδη ξεκινήσει.
Ο Υιός του Θεού που θα έσωνε όλο τον κόσμο από τις αμαρτίες γεννιόταν σε μια σπηλιά, από μια παρθένο αγνή και ταπεινή.
Ο ταπεινός γέροντας Ιωσήφ δάκρυσε από συγκίνηση στη θέα του αγγελικού Βρέφους και όλο λατρεία και προσμονή το πήρε αγκαλιά. Το φίλησε γλυκά στο μέτωπο και βοήθησε την αγία μητέρα Του να το σπαργανώσει με τα φτωχικά ρούχα που είχαν φέρει μαζί τους. Μετά, με πολύ σεβασμό, το εναπόθεσε στα μητρικά της στήθη για να το ζεστάνει και να το θηλάσει. Εκείνη το πήρε αγκαλιά, το τύλιξε όσο μπορούσε πιο καλά με τον μανδύα της και προσπάθησε να το ζεστάνει με την ανάσα της. Μια ανάσα γεμάτη μητρική αγάπη και λατρεία για τον μονογενή Υιό της. Η ψυχή της ανέπεμψε ύμνους δοξολογίας στο Θεό της καρδιάς της, που την βοήθησε στη πιο δύσκολη στιγμή της ζωής της, όπου μικρή παιδούλα έγινε μητέρα, δίχως να έχει στο πλευρό της την αγαπημένη της μητέρα Άννα, που με την αγάπη και τη στοργή της και θα την βοηθούσε στον τοκετό της.
Λόγια άπειρης αγάπης και στοργής βγήκαν από τα βάθη της καρδιά της, σαν πρώτο μητρικό τραγούδι, για τον μονογενή Υιό της: «Από σήμερα θα είμαστε εγώ εσύ και εσύ εγώ γλυκό μου μωρό. Εσύ θα είσαι ο μοναδικός μου θησαυρός και θα δώσω ακόμα και την ζωή μου για να σε κάνω ευτυχισμένο. Θέλω γαληνεμένο να ζεις μέσα στην καρδιά του Θεού Πατέρα μας, μαζί με μένα!».
Την ίδια εκείνη στιγμή, ένας άγγελος σταλμένος από τον Θεό, εμφανίστηκε σε κάποιους βοσκούς που ξαγρυπνούσαν φυλάγοντας τα πρόβατα τους. Η λάμψη του αγγέλου φώτισε τους ίδιους και όλη τη γύρω περιοχή, κάνοντας τους να νιώσουν φόβο και δέος μαζί. Ο άγγελος, όμως, με την γλυκιά και γαλήνια φωνή του τους καθησύχασε λέγοντας τους: «Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω την πιο χαρμόσυνη είδηση για όλο τον κόσμο, αφού σήμερα γεννήθηκε στην πόλη του Δαβίδ, την Βηθλεέμ, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός που όλοι περιμένατε. Το σημάδι, για να Τον βρείτε, είναι το φωτεινό αστέρι που στέκεται πάνω από την φάτνη, που γεννήθηκε και βρίσκεται το σπαργανωμένο Βρέφος».
Τότε εμφανίστηκαν και άλλοι πολλοί άγγελοι, που υμνολογούσαν τον Θεό λέγοντας: «Δόξα στον Θεό που είναι ψηλά στα ουράνια. Στη γη, ας βασιλέψει τώρα πια η Ειρήνη και στους ανθρώπους, ας βασιλέψει η αγάπη και η σωτηρία της ψυχής τους». Αμέσως μετά χάθηκαν οι άγγελοι και σκοτάδι απλώθηκε παντού ξανά.
Με πολύ απλότητα οι βοσκοί είπαν: «Ας πάμε στην Βηθλεέμ να δούμε αν όλα αυτά είναι αλήθεια». Ακολουθώντας την λάμψη του αστεριού φτάσανε στο ευλογημένο καταφύγιο, στη σπηλιά που άλλες φορές είχαν ξεκουραστεί  μαζί με τα κοπάδια τους. Εκεί είδαν μια μικρή κόρη με αγγελική μορφή να κρατά στην αγκαλιά της ένα σπαργανωμένο βρέφος και έναν γέροντα να στέκεται με πολύ συγκίνηση στο πλάι της, κάνοντας ό,τι μπορεί για να κρατήσει και τους δύο ζεστούς. Μια γαλήνη και θεϊκή ευφροσύνη πλημμύρισε τότε την καρδιά όλων.
Όλα όσα τους είπε, λοιπόν, ο άγγελος ήταν αληθινά! Γεννήθηκε ο Σωτήρας του Ισραήλ, ο αναμενόμενος Μεσσίας και αυτοί ήταν οι πρώτοι που αξιώθηκαν να τον προσκυνήσουν. Παρόλη την αναξιότητα τους, ζήτησαν από την μητέρα να σηκώσουν έστω και για λίγο το αγγελικό Βρέφος και κείνη δεν αρνήθηκε σε κανέναν αυτή τη χαρά.
Με ευλάβεια γονάτισαν μπροστά στο θείο Βρέφος και το προσκύνησαν. Το κοίταξαν γλυκά και με τρυφερότητα το πήραν στη δική τους αγκαλιά. Ο Υιός του Θεού στην αγκαλιά απλών και ταπεινών τσοπάνηδων! Στα στοργικά χάδια και φιλιά τους, σκιρτούσε το θείο Βρέφος από χαρά και με το χαμόγελο Του πλημμύριζε τις καρδιές τους με θεϊκή γαλήνη.
Το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων είχε ήδη ξεκινήσει.
Όσοι άνθρωποι θα ήθελαν να νιώσουν την λύτρωση στις αμαρτωλές ψυχές τους και να ζήσουν το μεγαλείο της θείας ευσπλαχνίας θα μπορούσαν τώρα εύκολα να τα γευτούν. Το μόνο που θα έπρεπε να κάνουν για να το πετύχουν ήταν να πλησιάσουν με την απλοϊκή πίστη των τσοπάνηδων το θείο Βρέφος
Μακάριοι οι άνθρωποι εκείνοι που αυτά τα Χριστούγεννα θα αποφασίσουν να έρθουν στην ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ για να δουν το θείο Βρέφος να τους χαμογελά και να τους ζητά να το κρύψουν στη δική τους πατρική και μητρική αγκαλιά. Όσοι θελήσουν, σαν τους τσοπάνηδες, να το πάρουν στην αγκαλιά τους και να το αγαπήσουν σαν δικό τους Βρέφος, σαν δικό τους πολυαγαπημένο Γιο, όπως η παρθένος Μαριάμ και ο δίκαιος Ιωσήφ, σύντομα θα νιώσουν στη ψυχή τους την γαλήνη και την ειρήνη που το θείο Βρέφος  χαρίζει σε όσους θα το αγαπήσουν με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους.

ΕΚΤΥΠΩΣΗ